Πολιτική

Θεοδώρα Τζάκρη: «Τα δικαστήρια δεν είναι υποκαταστήματα εταιρειών για να τα κλείνεις και να τα ανοίγεις κατά το δοκούν»

114Προβολές

Εισήγηση της βουλευτή κατά την συζήτηση του σχεδίου νόμου «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών» που φέρνει τον δικαστικό Καλλικράτη στα επαρχιακά Πρωτοδικεία της χώρας

Κατά την χθεσινή συζήτηση του σχεδίου νόμου με τίτλο «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών», η εισηγήτρια και βουλευτής Πέλλας  του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ , επεσήμανε αφ’ ενός το απολύτως αυτονόητο στην ψηφιακή εποχή που ζούμε, αλλά και το προκλητικά υπερήμερο αφού η καθυστέρηση ψηφιοποίησης των προβλεπομένων δικονομικών διαδικασιών είναι πράγματι χαρακτηριστική και ανεξήγητη και αφ’ ετέρου την έλλειψη επαρκούς προηγούμενης διαβούλευσης για μείζονα θέματα λειτουργίας της δικαιοσύνης, άρα και λειτουργίας των δημοκρατικών μας θεσμών.

Πιο συγκεκριμένα, απευθυνόμενη προς τον καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργό έκανε την διαπίστωση ότι η νεοεκλεγείσα ανώτατη διοίκηση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία ανέλαβε κυριολεκτικά προχθές την τριετή θητεία της στο ανώτατο συνδικαλιστικό όργανο  του χώρου, αποκλείεται να έχει διαβουλευθεί μαζί του και να έχει, έστω και κατ’ελάχιστον ενημερωθεί για την κατεύθυνση των ρυθμίσεων, το περιεχόμενό τους και την πολιτική φιλοσοφία του νέου οργανισμού.

Εν συνεχεία ανέφερε ότι η ψηφιοποίηση των δικονομικών διαδικασιών «δεν αποτελεί νομοθετική καινοτομία της παρούσας κυβέρνησης. Ούτε και αναλαμβάνεται τώρα για πρώτη φορά. Εδώ δεν υπάρχει πρώτη φορά» είπε χαρακτηριστικά η κ. Τζάκρη. «Είναι η διστακτική και άτολμη συνέχεια της προηγούμενης επιτυχούς πρωτοβουλίας της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, που άγγιξε τα επί πολλά έτη εκκρεμή θέματα της λειτουργίας των Δικαστηρίων και του Οργανισμού τους, θέτοντας ταυτόχρονα και τις απαραίτητες βάσεις για την προ πολλού αυτονόητη ψηφιοποίηση των διαδικασιών» κατέληξε η κ. Τζάκρη.

Ακολούθως ανέφερε ότι το νομοσχέδιο αυτό αλλάζει πλήρως τον Καταστατικό Χάρτη των δικαστηρίων της Χώρας και παρά τον απαιτούμενο εκσυγχρονισμό και προσαρμογή στα νέα δεδομένα δεν μπορεί να καταστρατηγούνται θεμελιώδεις αξίες που διέπουν το νομικό σύστημα της Χώρας.

Συνέχισε λέγοντας ότι«το παρόν νομοσχέδιο είναι απόρροια  ως προς τις κομβικές διατάξεις του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότηταςστόχος του οποίου είναι η ‘’Αναθεώρηση του δικαστικού χάρτη’’.

Δηλαδή, η συγχώνευση ή κατάργηση Πρωτοδικείων συνδέεται με την χρήση ψηφιακών μέσων και την εξάλειψη της φυσικής παρουσίας των δικηγόρων στα ακροατήρια. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ένας από τους λόγους, οι οποίοι θα παίξουν ρόλο στην κατάργηση Πρωτοδικείων είναι η εξέλιξη των ψηφιακών μέσων, η οποία συνίσταται σε τηλεσυνεδριάσεις και τηλεακροάσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην μη φυσική παρουσία των διαδίκων και των δικηγόρων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται εξυπηρέτηση αλλότριων προς την δικαιοσύνη και τους μάχιμους συναδέλφους συμφερόντων.

Το γεγονός αυτό, ήτοι η αποδυνάμωση των περιφερειακών Πρωτοδικείων και η συρρίκνωση της δικαστηριακής ύλης, επιβεβαιώνεται με την δυνατότητα σύστασης ειδικών τμημάτων, τα οποία θα εκδικάζουν διαφορές, οι οποίες αφορούν το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, της ενέργειας και της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Μάλιστα αναγράφεται ρητά, ότι τα συγκεκριμένα ως άνω Δικαστήρια θα έχουν κατά περίπτωση εξαιρετική αρμοδιότητα και θα καλύπτουν όλες τις περιφέρειες της χώρας. Περαιτέρω προβλέπεται, ότι στα ειδικά αυτά τμήματα, μπορούν να εισαχθούν για εκδίκαση άλλες υποθέσεις, εφόσον τούτο επιβληθεί από υπηρεσιακές ανάγκες, γεγονός, που καταδεικνύει, ότι υφίσταται πραγματικά σχέδιο αποδυνάμωσης και εξόντωσης των δικηγόρων των περιφερειακών Πρωτοδικείων της χώρας.

Επιπλέον, η  λειτουργία των ειδικών αυτών τμημάτων θα επιφέρει αποδυνάμωση των υπόλοιπων τμημάτων των πιο πάνω δικαστηρίων, θα οδηγήσει σε μία απαράδεκτη αξιακή κατηγοριοποίηση των δικαστών και σε καλλιέργεια ελιτίστικης νοοτροπίας και το σημαντικότερο θα αναβιβάσει την «επιχειρηματικότητα» σε ένα άξιο ιδιαίτερης προστασίας έννομο αγαθό, υπέρτερο της ανθρώπινης αξίας, της εργασίας, του περιβάλλοντος.

Έτσι, η οργανωτική δομή των δικαστηρίων απομακρύνεται σταδιακά από τον κύριο σκοπό που παραδοσιακά υπηρετούσε και γίνεται πλέον το όχημα για μία «φιλική προς την επιχειρηματικότητα» λειτουργία του κράτους.».

Παράλληλα, επεσήμανε ότι«η πρόβλεψη του νομοσχεδίου για την δυνατότητα λειτουργίας Δικαστηρίων τηλεματικής, δηλαδή χωρίς φυσική παρουσία στον ίδιο χώρο όλων των παραγόντων της δίκης, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα αποτελεσματικότητας της δικαιοσύνης και προσβάλλει τις θεμελιώδεις αρχές της δημοσιότητας και της αμεσότητας.

Η χρήση της τηλεματικής στα δικαστήρια προϋποθέτει τον αυστηρό καθορισμό των προϋποθέσεων εφαρμογής των νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες κάθε διαδικασίας και προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των διαδίκων.

Η απόπειρα δήθεν εκσυγχρονισμού της Δικαιοσύνης με επίκληση της ψηφιακής τεχνολογίας σε πρότυπα Εσθονίας είναι προκλητική, αγνοεί τον τρόπο λειτουργίας και απονομής Δικαιοσύνης, που ισχύει στο σύνολο των κρατών μελών της Ε.Ε. και είναι φανερό, ότι αποσκοπεί στην αποδυνάμωση του ρόλου των Δικηγόρων, στην αναγκαστική έξοδό τους από το επάγγελμα και στην απαξίωση του θεσμικού ρόλου της Δικαιοσύνης, ώστε αυτή να καταστεί ιδιωτική υπόθεση για λίγους και προνομιούχους.».

Στην συνέχεια αναφέρθηκε στο γεγονός ότι για πρώτη φορά προβλέπεται σύστημα κατάταξης των υποθέσεων με αρίθμηση από το 1 έως το 5, ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρεια των υποθέσεων. Το σύστημα αυτό είναι πρακτικά ανεφάρμοστο, ιδίως στα μεγάλα δικαστήρια, όπου ο αριθμός των εισαγωγικών δικογράφων είναι μεγάλος. Ενδεικτικά,  ανέφερε ότι μόνο στο Πρωτοδικείο Αθηνών εκδικάζονται κατ’ έτος περίπου 200.000 υποθέσεις.

Επεσήμανε ότι η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος δεν αναμένεται να βοηθήσει προς την κατεύθυνση ισομερούς κατανομής των υποθέσεων μεταξύ των Δικαστών, αφού η ανάθεση των υποθέσεων θα γίνεται πάντοτε πριν την κατάταξή τους και επομένως δεν θα υπάρχει δυνατότητα να συνεκτιμάται στη μελλοντική χρέωση των υποθέσεων η βαρύτητα όσων έχουν ήδη ανατεθεί στον συγκεκριμένο Δικαστή.

Επίσης, επεσήμανε ότι παρατηρείται πλήθος διατάξεων να θέτουν ως πρώτο στόχο την «ταχύτητα διεκπεραίωσης» της υπόθεσης ενώ ο δικαστής τίθεται άμεσα ή έμμεσα υπό τον έλεγχο του προεδρεύοντος στο τμήμα και του διευθύνοντος το δικαστήριο και θα εργάζεται με το άγχος των στατιστικών στοιχείων που θα τον συνοδεύουν. Παράλληλα οι διατάξεις αυτές πλήττουν έμμεσα τη δικαστική ανεξαρτησία καθώς ο δικαστής κατευθύνεται να ακολουθεί την κρατούσα στη νομολογία άποψη προκειμένου να μην εξαφανισθεί η απόφασή του μετά από άσκηση ένδικου μέσου και να μην δημιουργηθούν σε βάρος του δυσμενή στατιστικά στοιχεία, που θα επηρεάσουν την εξέλιξή του.

Ειδικότερα, όμως, αναφορικά με τα κριτήρια που θα χρησιμοποιούνται για την επιθεώρηση των δικαστικών λειτουργών πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Η προσαρμοστικότητα στις νέες τεχνολογίες δεν σχετίζεται με την ικανότητα και την απόδοση του δικαστικού λειτουργού ούτε ανάγεται στα καθήκοντά του. Παράλληλα, ενέχει και μία επικίνδυνη αοριστία που μπορεί να ερμηνευτεί κατά το δοκούν.

Η αναίρεση ή εξαφάνιση των δικαστικών αποφάσεων κατά παραδοχή ενδίκου μέσου δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο της επιθεώρησης, αφού σε πολλές περιπτώσεις η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται σε πλημμέλειες της δικαστικής απόφασης.

Κλείνοντας, είπε ότι επειδή η ψηφιοποίηση των συγκεκριμένων διαδικασιών δεν είναι απλή τεχνική διευκόλυνση τρέχουσας διοικητικής διαδικασίας, ούτε και αποτελεί μια συνήθη αντιγραφειοκρατική ψηφιοποίηση, αλλά αγγίζει την λειτουργία του δικαιοδοτικού μηχανισμού και της Δικαιοσύνης πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί και υπεύθυνοι.

Δηλαδή με όρους σύγχρονης πολιτείας και λειτουργικής δημοκρατίας θα πρέπει με την ψηφιοποίηση να καταπολεμάται βεβαίως η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και στην έκδοση των δικαστικών αποφάσεων, θα πρέπει οπωσδήποτε τα τεχνολογικά θαύματα της ψηφιακής εποχής να αξιοποιηθούν και στον χώρο της λειτουργίας της Δικαιοσύνης, αλλά υπό μια απαραίτητη αυτονόητη και ουσιώδη δημοκρατική προϋπόθεση: Ο Έλληνας πολίτης δεν θα πρέπει να συναντάει εμπόδια, λόγω των ψηφιακών εφαρμογών που προβλέπει το νομοσχέδιο στην μηχανοποίηση βασικών δικαιοκρατικών του αξιώσεων και δικαιωμάτων.

Πιο συγκεκριμένα είπε ότι:

Ο Έλληνας πολίτης θα πρέπει να εξακολουθεί να έχει ευχερή πρόσβαση στον φυσικό του δικαστή.

Θα πρέπει να εξακολουθεί να βρίσκει την απαιτούμενη αποτελεσματική δικαστική προστασία.

Και θα πρέπει να τηρούνται όλα τα συνταγματικά προβλεπόμενα εχέγγυα της δίκαιης δίκης.

Αν η δυσχέρεια ψηφιακής πρόσβασης στον μέσο πολίτη, το κόστος της, η δυσχέρεια διαχείρισης των ψηφιακών εφαρμογών και η κατάργηση της διαφάνειας που εγγυάται η δημόσια επ’ακροατηρίω διαδικασία, κυριαρχήσουν, τότε το όποιο όφελος από την ψηφιοποίηση θα το καταργήσει η ζημιά στις δικαιοκρατικές αρχές της δίκαιης δίκης.

Συνεπώς για την μεγιστοποίηση του οφέλους από την ψηφιοποίηση της δικονομίας θα πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα η απαιτούμενη απλοποίηση των διαδικασιών, η θέσπιση δημόσιου αρωγού-συμβούλου πληροφορικής που θα υποβοηθήσει τον πολίτη και τον δικηγόρο στην υποβολή των αιτημάτων παροχής ένδικης προστασίας και θα πρέπει να εξαντληθούν οι τεχνικές δυνατότητες που προσφέρει η πληροφορική για να αυξηθεί, αντί να μειωθεί η δημοσιότητα της δίκης, η διαφάνεια και η λογοδοσία των κρινόντων δικαστών.

Η επιχειρούμενη με οικονομίστικη προσέγγιση σύμπτυξη δικαστηρίων ούτε στην οικονομική αρχή ανταποκρίνεται, γιατί το όποιο όφελος από την εξοικονόμηση του διοικητικού κόστους ενός δικαστηρίου είναι ασήμαντο, ούτε την πρόσβαση του πολίτη στον φυσικό δικαστή διευκολύνει. Η εξοικονόμηση οποιουδήποτε διοικητικού κόστους λειτουργίας ενός δικαστηρίου από την κατάργησή του, κρύβει την απίστευτη ζημιά που προκαλείται στις τοπικές κοινωνίες από την κατάργηση ενός δημοσίου φορέα, μεγάλης αυθεντίας, όπως είναι τα Δικαστήρια και από την πρακτική αδυναμία πολλών πολιτών που θα υποχρεωθούν ή να ταξιδεύσουν για να ζητήσουν δικαστική προστασία ή με την συνδρομή συμβούλου πληροφορικής να επιχειρήσουν να υποβάλουν ηλεκτρονικά τα αιτήματά τους.

Η λογική του νομοσχεδίου παραγνωρίζει ότι τα δικαστήρια δεν είναι υποκαταστήματα εταιρειών για να τα κλείνεις και να τα ανοίγεις κατά το δοκούν, αλλά είναι ζωντανά κύτταρα της Δημοκρατίας μας με παιδαγωγική λειτουργία για την αξία και το περιεχόμενο της τρίτης εξουσίας και την συμβολή της στην συλλογική πολιτειακή λειτουργία.

Το βίντεο της ομιλίας: https://youtube.com/watch?v=YntgVRjlPR4&feature=share

 

Κάντε το σχόλιο σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.